Σε ξέρω από χρόνια λεβεντόπαιδο. Σε είδα τις προάλλες live. Επιτέλους, μια φορά σε πρόλαβα πριν ολοκληρώσεις το καλλιτεχνικό σου έργο. Είσαι δικός μου.
Έβγαλα τη μηχανή να σε αρχίσω στις ζουρλές, να έχω τη χυδαία σου δράση καταγεγραμμένη, αλλά την έκανες με το μηχανάκι αστραπιαίως κι ασκεπής (μη σου χαλάσει το μαλλί – καρφάκι ή μήπως κουβαλάς κανένα άχτι από το στρατό και ‘δε φοράς το κράνος σου από αντίδραση’; Πάντως, η εξυπνάδα σου τσακίζει κόκκαλα – κυριολεκτικά). Όμως, βλέπεις, είχα και να καταλάβω αν μπορώ να στρίψω αριστερά ή δεξιά, εξ’ αιτίας των ομοίων σου. Και ήθελα, τουλάχιστον, τη φωτογραφία τού ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ. Και περίμεναν κι άλλοι από πίσω και κόρναραν ανυπόμονοι, λες και δεν έτρεχε τίποτα… Σε έχουν συνηθίσει βλέπεις και σε ανέχονται. Ναι ρε, σε ανέχονται όπως ανέχονται τόσα άλλα στο Τραμπουκιστάν. Και μερικοί σε δικαιολογούν κι όλας. Είσαι ‘νέο παιδί’ και κάνεις την ‘επανάστασή σου’ κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.… Τα ‘χουμε ακούσει κι αυτά. Κολοκύθια τούμπανα. Ένα κοινότοπο μαγκάκι είσαι και τίποτα παραπάνω. Δεν ξέρω αν έχεις ‘ψυχολογικά προβλήματα λόγω κοινωνικού περιγύρου’ (κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.), κι ούτε με νοιάζει, δεν είμαι ψυχολόγος, αλλά ξέρω ένα σωρό παιδιά από ‘φτωχά σπίτια’ και με πληθώρα ‘ψυχολογικών προβλημάτων’ (κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.), που δεν είναι σαν κι εσένα. Άσε που ούτε από τα ρούχα και το μηχανάκι δε μου φάνηκες ιδιαίτερα φτωχόπαιδο. Νεόπλουτο γλυφα(ι)διωτάκι μάλλον ήσουν. Σε είδα. Σε είδα έτοιμο προς δημιουργία, καλλιτέχνη μου και σε έκραξα. Μόνο να σε κράξω πρόλαβα gmt… Αλλά το ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ το πήρα. Και τα πήρα. Το βλέπω και θολώνω, αλλά κάτι θυμάμαι.
Γιατί σε ξέρω από παλιά. Δεν είσαι καινούργιο φρούτο. Σε θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Συμμαθητές ήμασταν στα πίσω θρανία αμφότεροι, παρά τη διαφορά της ηλικίας μας – τότε εσύ ήσουν ο ‘γέρος’ κόπανε… Ήσουν εσύ, ο ίδιος, που πούλαγες μαγκιά στο δάσκαλο και το έπαιζες άφοβος όταν σε έστελναν στο γραφείο για αποβολή (καμάρωνες κι όλας). Τότε, ’77, ’78… Δε σε ξεχνώ αλητάκο.
Ήσουν εσύ, ο ίδιος, με τις πετσετόκαλτσες – σκαρπίνι και το baggy παντελόνι που κάπνιζες στα 15 σου, και που ενέσκηψες έξω από τη λέσχη, μαζί με το κολλητό σου γουρουνάκι, και μου κολλάγατε – δήθεν να μάθετε περί ορειβασίας – και μόλις προσπάθησα να σας αποφύγω απείλησες να ‘μου σβήσεις το τσιγάρο στο σβέρκο’ επειδή δε γούσταρες τoν – έξω από τα στερεότυπά σου – συνδυασμό της ‘καλοπαιδέ ροκόφατσάς’ μου και της στολής μου. Τότε, ’80, ’81… Δε σε ξεχνώ καρεκλά.
Ήσουν εσύ, ο ίδιος, που πρωί – βράδυ μπροστά σε ένα moon cresta, ρουφούσες θορυβωδώς φραπόγαλο και γαυριούσες, με την νταβραντισμένη, κοκορόμαλλη παρέα σου, στο ψαρωμένο ‘κουλτουριάρικο’ ζευγάρι (‘ψωνάρες, φλώροι κι έτσι’, ε; – η ‘γκόμινα’ πάντως, σε έβαλε σίγουρα στη θέση σου. Ακόμα χαμογελώ χαιρέκακα όσο φαντάζομαι τους δύσοσμους λεκέδες στα ιδρωμένα σεντόνια σου ‘για πάρτη της’, – ήταν κι αυτό μια παρηγοριά…). Τότε, ’85, ’86… Δε σε ξεχνώ λιγούρη.
Κι εδώ, κάτι φρικτό: Ήσουν εσύ, ο ίδιος, με το μαύρο δερμάτινο μπουφάν, τα καρφιά, το ξυρισμένο σβερκάκι και τα υπόλοιπα χουλιγκάνια εκείνο το βράδυ, μετά το ματς, στο λαϊκό φασφουντάδικο, που ‘σούταρες’ το γατάκι του μαγαζιού. Ας μη θυμάμαι όμως τα υπόλοιπα γιατί θα ξεράσω. Τότε, ’90, ’91…. Δε σε ξεχνώ βρομόπαιδο.
Ήσουν εσύ, ο ίδιος, με το λίγδικο μαλλί, μεσημέρι στην Κάνιγγος, που αντί να περιμένεις τη σειρά σου στο περίπτερο σκούντησες την ηλικιωμένη ‘ξένη’ που προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τον περιπτερά, την παραμέρισες άγαρμπα και του ζήτησες (σε ενικό φυσικά, δεν είμαστε απολίτιστοι Φράγκοι) να σου «πιάσει ένα μάρμπορο». Τότε, 2000, 2001… Δε σε ξεχνώ ανάγωγε .
Ήσουν εσύ, ο ίδιος, με τους άλλος κάγκουρες και τις γλαστροειδείς στο cabrio, στην παραλιακή, καλοκαίρι με τον καύσωνα, ώρα τετάρτη πρωινή, που είχες το ηχοσύστημα στη διαπασών και άρχισες να κολλάς από πίσω μου μερακλωμένος μόλις με είδες να σηκώνω τα τζάμια και να επιταχύνω για να σε αποφύγω. Και δε σταμάτησες παρά μόνο όταν πλεύρισα στο τμήμα. Καλοκαίρι με τον καύσωνα… Δε σε ξεχνώ ακαλαίσθητε.
Άψογα! Τέλεια! Υπέροχα! Όσο γράφω, αντί να ηρεμώ, τόσο μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. (…Αγανακτισμένος Πολίτης;;; Απίστευτο…).
Τώρα θυμήθηκα και τους άλλους, στους επαρχιακούς δρόμους, που πετάν τα αναμμένα τσιγάρα τους από το αμάξι…
Την ‘πειραγμένη’ εξάτμιση που μόλις τώρα – καλά, βαλτή ήταν; – ακούστηκε από το δρόμο…. Ουπς… Φτάνει.
Βοήθεια γιατρέ, το κρανίο μου!
… Βαθιά ανάσα…
…Μεγαλειοτάτη, το βραδάκι λέω να σας επισκεφτώ. Ελπίζω να έχετε εκείνα τα xanax πρόχειρα. Και μην τυχόν και βγούμε για ποτό ή φαγητό. Είναι ανθυγιεινό να κυκλοφορείς νυχτιάτικα στους ανώμαλους δρόμους του Τραμπουκιστάν. Ε, ρε κάμερες, ε, ρε πειθαρχία που μας χρειάζεται… Φιλελευθερισμός; Τι ‘Φιλελευθερισμός’ και μόρια κυανά; Μέχρι να αποκτήσουμε ελάχιστη ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΚΟ-ΜΟΥ-ΝΙ-ΣΜΟΣ! ΧΟΥ-ΝΤΑ! Φαιοκόκκινα, να στρώσουμε… Τέτοια μας χρειάζονται… Φιλελευθ… κουραφέξαλα… Άντε τώρα, μην αρχίσω… ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙ¨ΩΜΑΤΑ??????? …. Ποια δικα… ουφφφ… Η λογική, πήγε περίπατο…
…Βαθιές ανάσες, ξανά…
…Χαλάρωση…
…Γείωση…………
Προς το παρόν, ας θαυμάσει ο ερίτιμος αναγνώστης μας, το υπέροχο (και πρωτότυπο φυσικά, ΠΟΛΥ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ πρωτότυπο) καλλιτέχνημα των συναδέλφων του φιλαράκου μας (ο ίδιος, βέβαια, δεν πρόλαβε να προσθέσει την ‘πινελιά’ του εδώ, θα το κάνει σίγουρα αλλού). Η παραδοσιακή τεχνική του collage, με τα νέο-κιτς συμφραζόμενά της, συνυπάρχει διαλεκτικά με σχιζοειδείς φορμαλιστικές μανιερίστικες αναφορές στη ζαχαροπλαστική (millefeuille), σε ένα συνολικό εννοιολογικό έργο – παρέμβαση, σε χώρο και χρόνο, με ακούσια συμμετοχή του κοινού. Κατά τα άλλα, το πρόβλημα είναι λέει, οι… κλειδαράδες που θέλουν να διαφημιστούν και ΒΕΒΑΙΩΣ, ΒΕΒΑΙΩΣ καλλιτεχνικά έργα που προσβάλλουν το ‘Δημόσιο Αίσθημα’! Ντιστρόυ Άθενς και όχι μόνο… Δεν πάει καλά, γιατρέ μου, αυτή η χώρα. ΚΑΘΟΛΟΥ ΚΑΛΑ L
ΤΟ (ΓΝΩΣΤΟ) ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ (Ανώνυμος, λαϊκός καλλιτέχνης – Μεικτή τεχνική – Αθήνα ‘07)
Α, ιδού το xanax. Εις υγείαν γιατρέ μου. Γκλουπ.-


0 Σχόλια to “ΤΑΠΗΡΟΚΡΑΝΊΑΣΙΣ ή ΚΑΤΑ ΑΛΗΤΕΊΑΣ ΛΊΒΕΛΛΟΣ”