……………………….. ………………… …… ………………… ……… ………………………
«…Και είναι ο Μάνος πρόεδρος; Ή ο Ανδριανόπουλος; … Ένα κομματάκι πίτσα δε θα πάρεις;»
« Όχι, ευχαριστώ… Καμία σχέση… Εντάξει, δηλαδή, συμπαραστέκονται… Ας πούμε πως είναι οι μέντορές μας… Εμείς προκύψαμε, ως κίνηση πολιτών ‘κάτωθεν’, από το internet…»
Ο καλοβαλμένος πενηντάρης Οδοντίατρος, που μόλις προ ενός τετάρτου είχα γνωρίσει, περιεργαζόταν με βλέμμα αμφιβολίας την πολιτική διακήρυξη που του είχα εγχειρίσει.
«Ρε, καμένα χαρτιά είναι… Αλλά και τότε, τι νομίζεις; Εγώ ήμουν στους ‘Ταύρους’ μέλος… χα, χα, χα, ξέρεις πόσο πήραμε;… χμ… πότε ήταν, το ’99;… 2000;… Ακόμα τρίβομαι με το σύρμα να φύγει η μαυρίλα… Γεια μας.»
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο κολλητός, ο Φιλόσοφος, έκπληκτος.
«Έλα ρε, δεν το πιστεύω!», έκανε προς τον Οδοντίατρο. «Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του… Δε μου είχες πει τίποτα… Δε σε είχα για δεξιό…»
Το Αφεντικό του μπαρ έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο και έσκυψε προς την ομήγυρη, πίσω από τον πάγκο.
«Ο Θ.; …Καλά δεν το ξέρεις; Καπιτάλας γνωστός… λματ κι έτσι… ξέρεις πόσο μου χρέωσε την απονεύρωση τις προάλλες;…» Ξαφνικά το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Ρε, εγώ θέλω να βγει ένα κόμμα να πει από πού τα παίρνουν όλοι, να κάνετε ένα ντοκιμαντέρ για την Αθήνα. Μένω Παγκράτι, ξέρεις τι καυσαέριο έχει; Να κάνετε ένα ντοκιμαντέρ, να βγείτε με ένα ματσούκι στο δρόμο, να μιλήσει ο κοσμάκης…»
«Αυτό δεν είναι ντοκιμαντέρ, ρεπορτάζ είναι…», απάντησα.
Το Αφεντικό κοπανούσε το χέρι του στον πάγκο.
«Ας είναι και ρεπορτάζ, ο,τι θέλει ας είναι… Να μιλήσει ο κοσμάκης που ταλαιπωρείται… Ήταν τις προάλλες εδώ μια Σουηδέζα, μου λεγε για την Αθήνα πως είναι σαν το Δελχί…»
Το μάτι του Οδοντίατρου άστραψε.
«Ποια λες; Τη μελαχρινή που ήταν με τη διακοσμήτρια; Σουηδέζα; Εγώ την πέρασα για Ελληνίδα…»
«Δεν άκουγες που μιλάγαμε στα αγγλικά; Καλό κομμάτι, ε;»
Ο Οδοντίατρος στράφηκε σε εμένα.
«Και δε μου λες… γυναίκες έχετε στο κόμμα;»
Ο Φιλόσοφος έσπευσε να απαντήσει αντί εμού.
«Ρε, εδώ δεν έχουν ούτε άντρες!» Γύρισε προς εμένα: «Πόσοι είστε τώρα; Καμιά πενηνταριά;»
«Επί δέκα. Γιατί δε γράφεσαι, να βλέπεις τη λίστα μελών στο φόρουμ;», πρόσθεσα ειρωνικά, γνωρίζοντας τις αριστερές του πεποιθήσεις. «Πάντως σε πληροφορώ, βαίνουμε αυξανόμενοι ολοένα…»
«Ρε παιδιά, μη ντρέπεστε, πάρτε πίτσα, κρυώνει…», παρενέβη πάλι το Αφεντικό.
Ο Οδοντίατρος πήρε ένα κομμάτι.
«Φάε εσύ την υπόλοιπη, εγώ ένα τελευταίο και τέρμα. Φάε τώρα που σου φτιαξα τη μασέλα και μη γκρινιάζεις… Εσείς ρε παιδιά δε θέλετε;»
Γνέψαμε αρνητικά.
«Οι ‘Ταύροι’, με 2000 μέλη, πήραν 0,000%…», συνέχισε ο Φιλόσοφος «Οπότε, με πεντακόσιους πάτε στο ένα τέταρτο… χα, χα, χα!».
«Μην ξεχνάς πως έχουμε από πίσω μας, μπίλντεμπεργκ, μασόνους, σοφούς της Σιών, Σόρος, εξωγήινους, προσκόπους, ναίτες… Αφεντικό, ένα ακόμα με δυο πάγους βάζεις;»
Το Αφεντικό μού γέμισε το ποτήρι.
«Πεντακόσιοι είστε; Καλά, και στις Θερμοπύλες ήταν τριακόσιοι… Δυο πάγους είπες;»
«Ρε παιδιά, την ταινία, τους ‘300’ τους είδατε;», είπε ο Οδοντίατρος.
«Κάποια στιγμή, άνοιξαν τα μάτια μου και είδα έναν από τους ‘Αθάνατους’ να ξεψυχά σε τρε γκρο», είπα. «Ξύπνησα στο τέλος από τα χειροκροτήματα…»
«Το κόμικ να διαβάσετε», είπε το Αφεντικό. «Φοβερή φωτοσκίαση, πολύ στιλάτο κι έτσι… η ταινία δεν έλεγε. Αλλά, πηγαίνετε και κάνα θέατρο… το σινεμά έχει καταντήσει…»
Ο Φιλόσοφος γύρισε προς το μέρος μου.
«Για την όπερα θα κανονίσουμε; Εγώ ήδη έκλεισα εισιτήρια με τον Επισμηναγό»
«Α, είναι Αθήνα;», ρώτησα. «Την πήρε την άδεια;»
«Όχι άδεια, είναι με απόσπαση. Θα είναι εδώ για κάνα, δυο χρόνια… ρέκλα…»
«Αυτός δεν είναι που έλεγε πως μαγειρεύει τα διάφορα έθνικ φαγητά;» Πετάχτηκε ο Οδοντίατρος. «Εγώ, ήμουν παλιά στην αερολέσχη, στο Τατόι, πήρα το δίπλωμα αλλά είναι ακριβό το σπορ ρε gmt… Τώρα μαθαίνω κιθάρα…»
«Άμα θες αδρεναλίνη, καγιάκ» απάντησα. «Ξεκινάς και με ράφτινγκ, αλλά κανονικό άθλημα είναι το καγιάκ.»
«Πηγαίναμε προ δέκα ετών, στον Εύηνο», είπε ο Φιλόσοφος. «Μετά όμως έπεσε μούχλα… Ο κύριος, από εδώ την είδε τώρα και με την πολιτική, οπότε φέτος, ούτε μέχρι Βάρκιζα δεν πάμε…»
«Τα μάθατε τι έγινε στο Λούσιο;» παρενέβη το Αφεντικό. «Δέκα άτομα σκοτωθήκαν, αγνοούνται δύο νομίζω… Μακριά από αυτά… Πηγαίνετε για κάνα βόλεϋ… Κάνα περπάτημα…»
«Η πρώην γυναίκα του Σ. δεν ήταν που έπαιζε βόλεϋ;», είπε ο Φιλόσοφος. «Εκεί γνωριστήκαν νομίζω, στο σύλλογο…»
«Όχι, δε θυμάσαι καλά.», απάντησα. «Η Λ. τέννις έπαιζε. Με τον Σ. γνωρίστηκαν – άσχετα – στη σχολή, μετά ήταν ο Σ. που τη μύησε στο βόλεϋ…»
«Τα μαθες;», είπε Φιλόσοφος «ξαναπαντρεύεται η Λ. και μάλιστα έναν συνάδελφο του Σ.!..»
Ο Οδοντίατρος, που εκείνη τη στιγμή ξεφύλλιζε αδιάφορα τη διακήρυξη, πετάχτηκε ξανά:
«Δε μου λες, είστε υπέρ του υποχρεωτικού πολιτικού γάμου, και του γάμου των γκέι;»
«Κοίτα.», απάντησα. «Εγώ, προσωπικά, είμαι γενικά κατά οιασδήποτε μορφής γάμου, αλλά η επίσημη θέση του κόμματος είναι αυτή που πολύ σωστά κατάλαβες… Άμα θες λεπτομέρειες, δες στο site. Έχει αναρτημένες τις προγραμματικές θέσεις. Να σου γράψω τη διεύθυνση…»
«Αυτός, να κάτσει να διαβάσει;», πετάχτηκε το Αφεντικό, γελώντας κοροϊδευτικά. «Μόνο τσόντες βλέπει… Μια γύρα ακόμα; Κερασμένη από το μαγαζί…»
Τα παγάκια κροτάλισαν, συνοδευόμενα από το γνωστό κελαρυστό ήχο. Ο φιλόσοφος στράφηκε στον Οδοντίατρο:
«Έχεις βάλει adsl;»
«Όχι εγώ», είπε ο Οδοντίατρος. «Το ιατρείο είναι κοντά στο Σύνταγμα και πιάνω από το wi fi του Δήμου. Χαλαρή φάση… Στο σπίτι είχα dial up, αλλά την έκοψα. Είναι κι ο μικρός που όλη την ώρα συνδέονταν, και μου ‘ρχοταν ο κούκος αηδόνι… Τώρα, για ασύρματο το σκέφτομαι… με ένα πάγιο…»
«Ο γιός σου δεν είναι Γιάννενα τώρα;», είπε το Αφεντικό. «…Κάτι μου ‘χες πει… Φιλοσοφική;… Άιντε εβίβα κύριοι!»
«Στα Γιάννενα, είχαμε ανέβει μονοήμερη από τον Εύηνο, το ’97.», Είπε ο Φιλόσοφος. «Καλά, ρε συ, τι φάση… τους κουφάναμε… Μετά την κατάβαση, δρόμο για πέστροφες, κι επιστροφή αυθημερόν…».
«Το σολομό που αγοράσαμε στα Καλάβρυτα τον θυμάσαι;», είπα εγώ. «Εκείνος ήταν έδεσμα. Τον έκανα γεμιστό με σκόρδο και μαϊντανό, αλλά δε χώραγε στο φούρνο! Α, ρε gmt, ωραίες εποχές…»
«Ρε παιδιά, όχι ψάρια του εκτροφείου… δε λένε…», έκανε το Αφεντικό. «Το φρέσκο έχει όλη τη χάρη… Και μακριά από ποτάμια, είδατε τι έγινε… Ζούμε στη χώρα της θάλασσας…»
«Γι αυτό τα κάνουμε μονίμως θάλασσα», είπα εγώ «Κι αυτή η πατριωτική μυθολογία περί ‘Ήλιου και θάλασσας’, σόρρυ, αλλά έχει καταντήσει μπανάλ…»
Το αφεντικό συνοφρυώθηκε.
«Γιατί ‘μυθολογία’;», έκανε «δε σου αρέσει η Ελλάδα; …αλλά, καλά κατάλαβα, εσείς, εκεί στο κόμμα, είστε πιο ανθέλληνες κι από τους κουκουέδες…»
«‘Ανθέλληνες’ οι κουκουέδες;;;», είπε ο Φιλόσοφος. «Κοτζάμ Ε.Α.Μ – Ε.ΛΑ.Σ, και χρησιμοποιούσε ‘πατριωτική’ συνθηματολογία… να είμαστε ειλικρινείς…»
«Εγώ, πάντως, κύριοι θα ψηφίσω Καρατζαφέρη», είπε ο Οδοντίατρος «όχι από εθνικισμό, αλλά έτσι, για να τη σπάσω στη Ν.Δ…»
………………………………………………………………….
Και η κουβέντα, αργά και σταθερά, συνέχισε να βυθίζεται στα αβαθή αλκοολούχα ύδατα της Αθηναϊκής νύχτας. Μαζί της σβήναμε κι εμείς, ή μάλλον, αυτό το λίγο από μας που είχε απομείνει στην επιφάνεια των κοντόχοντρων ποτηριών. Τριήμερο ‘του Αγίου Πνεύματος’ στην πρωτεύουσα, και καμία πύρινη γλώσσα θείας φώτισης δεν επέμφθη επί των κεφαλών μας. Το μόνο φως, αυτό της πρώτης, δειλής αυγής που άρχισε να διαπερνά τις κουρτίνες του μπαρ. Το οδυνηρό φως που απεχθάνονται όλοι οι αγρυπνώντες στοχαστές της πόλης μας.